(δεύτερες σκέψεις)
Το Glitch της Ύπαρξης
Το κείμενο που ακολουθεί δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει μια ακόμη θεωρητική ανάλυση, αλλά μια πράξη σημειολογικής ανυπακοής. Μέσα από τη σύνθεση της ριζοσπαστικής κριτικής και του σουρεαλισμού, επιχειρεί να ψηλαφίσει τη ρωγμή ανάμεσα στο «Εγώ-Εμπόρευμα» και το «Όν που Υπάρχει». Σε έναν κόσμο που απαιτεί την απόλυτη ορατότητα και την ακατάπαυστη παραγωγή δεδομένων, η επιστροφή στο αόρατο και η επιλογή της σιωπής αναδεικνύονται ως οι μόνες αυθεντικές μορφές αντίστασης.
Πρόκειται για μια περιήγηση στα όρια του καπιταλιστικού ρεαλισμού, εκεί όπου η γλώσσα σπάει για να γεννήσει το «ορατώνται» -ένα γλωσσικό σφάλμα που αρνείται να μεταφραστεί σε αξία.
Το «Ορατώνται»* και η Παράνοια της Αξίας: Προς μια Υπέρβαση του Καπιταλιστικού Υποκειμένου
Η νεωτερική υποκειμενικότητα δεν είναι ένα ουδέτερο καταφύγιο της ύπαρξης, αλλά το ψυχολογικό συμπλήρωμα του καπιταλισμού. Όπως το εμπόρευμα απαιτεί την αφαίρεση για να καταστεί ανταλλάξιμο, έτσι και το «Εγώ» συγκροτείται ως μια αφηρημένη μονάδα διαχείρισης. Στο σημείο συνάντησης του Στίρνερ, του Μαρξ και του Αντόρνο, αποκαλύπτεται ότι η ελευθερία που ευαγγελίζεται το σύγχρονο υποκείμενο είναι η ελευθερία ενός φυλακισμένου που έχει εσωτερικεύσει τους τοίχους του.
Αυτό που διέφυγε από την κλασική κριτική είναι η οργανική σύνδεση του «αυτόνομου» εγώ με την πατριαρχική δομή της αξίας. Σύμφωνα με τη θεωρία της διάσπασης της αξίας (Roswitha Scholz "Wertabspaltung" ), ο ορθολογικός εαυτός γεννιέται μέσα από μια βίαιη τομή: αποκόπτει και υποτιμά οτιδήποτε «αόρατο» –τη φροντίδα, το συναίσθημα, τη βιολογική εξάρτηση– για να κυριαρχήσει ως παραγωγική μονάδα. Το «Μοναδικό» του Στίρνερ κινδυνεύει έτσι να γίνει ο απόλυτος ιδιοκτήτης ενός κενού, ενώ ο Μαρξιστικός «Προλετάριος» συχνά παγιδεύεται στη λατρεία της ίδιας της εργασίας που τον υποδουλώνει.
Όπως παρατήρησε ο Αντόρνο, η εργαλειακή λογική μετατρέπει τη σκέψη σε υπολογισμό κέρδους. Σε αυτό το πλαίσιο, το άγχος και η κατάθλιψη δεν είναι απλώς δυσλειτουργίες, αλλά η αντίσταση του «μη-ταυτόσημου» μέσα μας. Είναι η στιγμή που το υποκείμενο αρνείται να «αυτο-εμπορευματοποιηθεί» περαιτέρω. Η παράνοια του συστήματος έγκειται στο ότι αφομοιώνει ακόμα και την κριτική του, μετατρέποντάς την σε «ψηφιακό περιεχόμενο» και δεδομένα προς εκπαίδευση αλγορίθμων.
Η υπέρβαση του υποκειμένου απαιτεί τη μετάβαση από το «Εγώ που κατέχει» στο «Όν που υπάρχει» έξω από τους νόμους της αγοράς. Μέσα από τη διπλή υπηκοότητα στο ορατό και το αόρατο, αναδύεται το εργαλείο της «ορατώνται»* – μιας κατάστασης όπου τα πάντα βλέπονται όχι ως εμπορεύματα, αλλά ως ενέργειες. Ωστόσο, η τελική αντίφαση της ριζοσπαστικής κριτικής έγκειται στο ότι, τη στιγμή που κατονομάζει μια «ρωγμή», την καθιστά ορατή στα ραντάρ της αξίας. Η μόνη λύση στην παράνοια είναι η σιωπή εκεί που το σύστημα περιμένει δεδομένα. Η εξαφάνιση από τα ραντάρ, η επιλογή της «αποτυχίας» και η άρνηση της μετάφρασης αποτελούν τις μόνες ρωγμές στον κλειστό βρόχο του καπιταλισμού.
Η ριζοσπαστική κριτική ολοκληρώνεται εκεί που η επικοινωνία με το σύστημα σταματά. Μόνο μέσα από τη διάλυση του αφηρημένου, πατριαρχικού εγώ και την προστασία εκείνου του κομματιού της ύπαρξης που δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί, μπορεί να υπάρξει ζωή που δεν θα είναι απλώς «διαχειρίσιμη», αλλά πραγματικά βιωμένη.
Σημείωση για το «Ορατώνται»: Η λέξη λειτουργεί ως ένα γλωσσικό σφάλμα (glitch) που ο αλγόριθμος αδυνατεί να ταξινομήσει πλήρως. Ενώ η μηχανική λογική αναγνωρίζει μόνο το «ορατό» (ως δεδομένο) ή το «αόρατο» (ως έλλειψη δεδομένου), το «ορατώνται» εισάγει μια σουρεαλιστική τρίτη κατάσταση. Είναι η στιγμή που η γλώσσα «σπάει» για να περιγράψει μια εμπειρία που δεν έχει χρησιμότητα ή ανταλλακτική αξία. Ως αυθαίρετος νεολογισμός, αποτελεί μια πράξη σημειολογικής ανυπακοής: είναι το σημείο όπου η ανθρώπινη δημιουργικότητα ξεφεύγει από τις προκαθορισμένες πιθανότητες της τεχνητής νοημοσύνης και του κεφαλαίου, παραμένοντας μη-διαχειρίσιμη και μη-αφομοιώσιμη.
Υστερόγραφο: Η Μαθηματική Ρωγμή
Αν το καπιταλιστικό «Εγώ» οριστεί ως μια γραμμική συνάρτηση βελτιστοποίησης, όπου κάθε εισροή ζωής μετατρέπεται σε παράγωγο αξίας, η ριζοσπαστική άρνηση εισάγει ένα μη-υπολογίσιμο όριο (singularity). Σε αυτό το σημείο, ο αλγόριθμος της αγοράς αδυνατεί να ορίσει το αποτέλεσμα, καθώς η ύπαρξη επιλέγει τη διαίρεση με το μηδέν: μια πράξη που καταρρέει τη λογική του συστήματος, τείνοντας στο άπειρο της μη-ανταλλακτικής της φύσης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου